Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
15 / 9 / 2021

Σε αρκετούς φανταστικούς λογοτεχνικούς κόσμους – σε πολλούς, ίσως – δίνονται πολύ συγκεκριμένες εξηγήσεις για το πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν, ποιοι είναι οι θεοί, και τα λοιπά. Ακόμα και πράγματα όπως «από πού προέρχεται η μαγεία» εξηγούνται με τρόπο απλό και συγκεκριμένο – έως και ορθολογιστικό, ίσως.

Αλλά αυτό είναι βαρετό, και ακόμα και ανέμπνευστο, θα έλεγα. Επιπλέον, μοιάζει στημένο. Σκέψου μόνο πώς είναι οι πραγματικοί μύθοι και τι αληθινά ξέρουμε για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Απάντηση στο πρώτο: οι μύθοι είναι πολύ, πολύ μπλεγμένοι· συχνά, δε, αντικρουόμενοι αναμεταξύ τους.

Απάντηση στο δεύτερο: τίποτα δεν ξέρουμε, ό,τι κι αν θέλει να μας λέει το δόγμα της επιστήμης.

Αυτό είναι, νομίζω, κάτι που πρέπει να αντανακλάται και στη φανταστική λογοτεχνία, όχι μόνο για λόγους αληθοφάνειας, αλλά και επειδή έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Τα πράγματα αυτά όσο πιο συγκεχυμένα είναι, τόσο πιο συναρπαστικά και μυστηριακά είναι. Ακόμα και αντικρουόμενα στοιχεία μπορεί να παρουσιάζονται μέσα στην αφήγηση σχετικά με τέτοια πράγματα. Η λογική ότι αφού ισχύει αυτό δεν μπορεί να ισχύει το αντίθετό του είναι μια καθαρά υλιστική, μηχανιστική λογική που όχι μόνο δεν είναι απόλυτα ρεαλιστική, κατά τη γνώμη μου, αλλά δεν ταιριάζει και τόσο σε φανταστικές ιστορίες, ειδικά όσες θέλουν να περιλαμβάνουν ένα στοιχείο μαγικού ρεαλισμού.

Σε ορισμένα θέματα – όπως η δημιουργία του κόσμου, οι θεοί, και παρεμφερή – πρέπει πάντα να υφίσταται ένα Μεγάλο Μυστήριο, κάτι που οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες μπορεί διαρκώς να εξερευνούν, να ανακαλύπτουν πράγματα γι’αυτό, αλλά ποτέ να μην έχουν τη δυνατότητα να δουν το Όλο. Έτσι, το Μυστήριο παραμένει για πάντα Μυστήριο, για πάντα θαυμαστό, όσο κι αν το εξερευνήσεις, όσα κι αν μαθαίνεις γι’αυτό. Μάλιστα, όσα πιο πολλά μαθαίνεις γι’αυτό, πιθανώς τόσο πιο μυστηριώδες να γίνεται.

*

Και τώρα, θα με ρωτήσετε πώς τα σκέφτηκα όλ’ αυτά... Ε, μόλις τελείωσα το The Oblivion Hand, για το οποίο είχα κάνει κάποια σχόλια τις προάλλες, και το οποίο ακολουθεί αυτή τη λογική του Μεγάλου Μυστήριου άψογα ώς εδώ. (Πάω να διαβάσω τη συνέχειά του, χωρίς διακοπή.) Επίσης, γράφω και κάτι δικό μου αυτό τον καιρό το οποίο επίσης μ’έχει βάλει να σκέφτομαι προς αυτή την κατεύθυνση.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]